στομαχιάζω
•
- προφορικόμου προκαλείται δυσπεψία ή ενόχληση στο στομάχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στομαχιάζω < στομάχι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στομαχιάζω | στομαχιάζεις | στομαχιάζει | στομαχιάζουμε | στομαχιάζετε | στομαχιάζουν / στομαχιάζουνε |
| Παρατατικός | στομάχιαζα | στομάχιαζες | στομάχιαζε | στομαχιάζαμε | στομαχιάζατε | στομάχιαζαν / στομαχιάζαν / στομαχιάζανε |
| Αόριστος | στομάχιασα | στομάχιασες | στομάχιασε | στομαχιάσαμε | στομαχιάσατε | στομάχιασαν / στομαχιάσαν / στομαχιάσανε |
| Μέλλοντας | θα στομαχιάζω / θα στομαχιάσω | θα στομαχιάζεις / θα στομαχιάσεις | θα στομαχιάζει / θα στομαχιάσει | θα στομαχιάζουμε / θα στομαχιάσουμε | θα στομαχιάζετε / θα στομαχιάσετε | θα στομαχιάζουν / θα στομαχιάζουνε / θα στομαχιάσουν / θα στομαχιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στομαχιάσει | έχεις στομαχιάσει | έχει στομαχιάσει | έχουμε στομαχιάσει | έχετε στομαχιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στομαχιάσει | είχες στομαχιάσει | είχε στομαχιάσει | είχαμε στομαχιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στομαχιάσει / να στομαχιάζω / να στομαχιάσω | να έχεις στομαχιάσει / να στομαχιάζεις / να στομαχιάσεις | να έχει στομαχιάσει / να στομαχιάζει / να στομαχιάσει | να έχουμε στομαχιάσει / να στομαχιάζουμε / να στομαχιάσουμε | να έχετε στομαχιάσει / να στομαχιάζετε / να στομαχιάσετε | να στομαχιάζουν / να στομαχιάζουνε / να στομαχιάσουν / να στομαχιάσουνε |
| Προστακτική | — | στομάχιαζε / στομάχιασε | — | — | στομαχιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στομαχιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →