στον αέρα
•
- εννοείται ρήμαπετάω με το αεροπλάνο, είμαι σε πτήση Βικιλεξικό
- εννοείται ρήμασε αβέβαιη κατάσταση, δεν έχω καλή ισορροπία/βάσεις και υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης Βικιλεξικό
- στηρίζομαι στον αέρα, στέκομαι στον αέρα
- εννοείται ρήμασε ζωντανή μετάδοση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στον αέρα < → δείτε τις λέξεις στον και αέρα, αιτιατική ενικού του αέρας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →