στοργικός
•
- που διακατέχεται από αισθήματα στοργής· που εκδηλώνει στοργή προς άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοργικός < (λόγιο δάνειο) ελληνιστική κοινή στοργικός. Μορφολογικά αναλύεται σε στοργ(ή) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοργικός | στοργική | στοργικό |
| Γενική | στοργικού | στοργικής | στοργικού |
| Αιτιατική | στοργικό | στοργική | στοργικό |
| Κλητική | στοργικέ | στοργική | στοργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στοργικοί | στοργικές | στοργικά |
| Γενική | στοργικών | στοργικών | στοργικών |
| Αιτιατική | στοργικούς | στοργικές | στοργικά |
| Κλητική | στοργικοί | στοργικές | στοργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →