Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διακατέχεται από αισθήματα στοργής· που εκδηλώνει στοργή προς άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στοργικός < (λόγιο δάνειο) ελληνιστική κοινή στοργικός. Μορφολογικά αναλύεται σε στοργ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοργικόςστοργικήστοργικό
Γενικήστοργικούστοργικήςστοργικού
Αιτιατικήστοργικόστοργικήστοργικό
Κλητικήστοργικέστοργικήστοργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοργικοίστοργικέςστοργικά
Γενικήστοργικώνστοργικώνστοργικών
Αιτιατικήστοργικούςστοργικέςστοργικά
Κλητικήστοργικοίστοργικέςστοργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →