στου διαόλου τη μάνα
•
- ανεπίσημοσε πολύ μακρινό τόπο, δυσπρόσιτο Βικιλεξικό
- η Πανεπιστημιούπολη ήταν στου διαόλου τη μάνα· χρειαζόμουν δύο λεωφορεία για να φτάσω εκεί
Ετυμολογία
→ δείτε τη λέξη στου + γενική ενικού του διάολος + αιτιατική τη μάνα → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →