στουπί
•
- μάζα από ίνες βαμβακιού, λιναριού κλπ.·που χρησιμοποιείται κυρίως στον καθαρισμό από λιπαρές ουσίες {*} Βικιλεξικό
- κομμάτι ύφασμα ποτισμένο με εύφλεκτο υγρό που χρησιμοποιείται για την πυροδότηση εμπρηστικών μηχανισμών Βικιλεξικό
- οικείομεθυσμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στουπί < μεσαιωνική ελληνική στουπί < (ελληνιστική κοινή) στουππίον < αρχαία ελληνική στυππεῖον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στουπί | στουπιά |
| Γενική | στουπιού | στουπιών |
| Αιτιατική | στουπί | στουπιά |
| Κλητική | στουπί | στουπιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →