στουρναρόπετρα
•
- συνώνυμο του τσακμακόπετρα, στουρνάρι Βικιλεξικό
- Κάποτε ένας βοσκός, φαγωμένος από τους ήλιους και τις βροχές, ακινήτος, με το πηγούνι ακουμπισμένο σ' ένα αψηλό βοσκοράβδι, κοιτάζει με απέραντη, αιώνια ματιά τις λιγνόσαρκες κατσίκες του να ψάχνουν μάταια τις γκρίζες στουρναρόπετρες.
Ετυμολογία
στουρναρόπετρα < στουρνάρ(ι) + -ό- + πέτρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στουρναρόπετρα | στουρναρόπετρες |
| Γενική | στουρναρόπετρας | — |
| Αιτιατική | στουρναρόπετρα | στουρναρόπετρες |
| Κλητική | στουρναρόπετρα | στουρναρόπετρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →