Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοχαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναλογίζεται με περίσκεψη, που προβληματίζεται αρκετά και σκέφτεται κάτι σε βάθος Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάπου ακολουθεί τυχαία εξέλιξη, η οποία εκφράζεται από κατανομές πιθανοτήτων ή πιθανοκρατικά υποδείγματα (μοντέλα)· Βικιλεξικό
    • στα στοχαστικά υποδείγματα οι αρχικές τιμές δεν ερμηνεύουν ή καθορίζουν πλήρως τις μελλοντικές καταστάσεις, όπως στα ντετερμινιστικά, αλλά μας δίνουν τις πιθανότητές τους ως ενδεχομένων

Ετυμολογία

στοχαστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοχαστικόςστοχαστικήστοχαστικό
Γενικήστοχαστικούστοχαστικήςστοχαστικού
Αιτιατικήστοχαστικόστοχαστικήστοχαστικό
Κλητικήστοχαστικέστοχαστικήστοχαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστοχαστικοίστοχαστικέςστοχαστικά
Γενικήστοχαστικώνστοχαστικώνστοχαστικών
Αιτιατικήστοχαστικούςστοχαστικέςστοχαστικά
Κλητικήστοχαστικοίστοχαστικέςστοχαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →