στοχεύω
•
- σημαδεύω ένα στόχο, με σκοπό να κατευθύνω τη βολή του όπλου μου σε αυτόν Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιδιώκω να πετύχω κάτι, αποβλέπω στην επίτευξη ενός στόχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στοχεύω < στόχ(ος) + -εύω < αρχαία ελληνική στόχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στοχεύω | στοχεύεις | στοχεύει | στοχεύουμε | στοχεύετε | στοχεύουν / στοχεύουνε |
| Παρατατικός | στόχευα | στόχευες | στόχευε | στοχεύαμε | στοχεύατε | στοχεύαν / στοχεύανε / στόχευαν |
| Αόριστος | στόχευσα | στόχευσες | στόχευσε | στοχεύσαμε | στοχεύσατε | στοχεύσαν / στοχεύσανε / στόχευσαν |
| Μέλλοντας | θα στοχεύσω / θα στοχεύω | θα στοχεύεις / θα στοχεύσεις | θα στοχεύει / θα στοχεύσει | θα στοχεύουμε / θα στοχεύσουμε | θα στοχεύετε / θα στοχεύσετε | θα στοχεύουν / θα στοχεύουνε / θα στοχεύσουν / θα στοχεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στοχεύσει | έχεις στοχεύσει | έχει στοχεύσει | έχουμε στοχεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στοχεύσει | είχες στοχεύσει | είχε στοχεύσει | είχαμε στοχεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στοχεύσει / να στοχεύσω / να στοχεύω | να έχεις στοχεύσει / να στοχεύεις / να στοχεύσεις | να έχει στοχεύσει / να στοχεύει / να στοχεύσει | να έχουμε στοχεύσει / να στοχεύουμε / να στοχεύσουμε | να στοχεύετε / να στοχεύσετε | να στοχεύουν / να στοχεύουνε / να στοχεύσουν / να στοχεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε στοχευμένο / στόχευε / στόχευσε | — | — | στοχεύετε / στοχεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →