στούντιο
•
- χώρος με κατάλληλη διαρρύθμιση, διαμόρφωση και εξοπλισμό, όπου γίνεται κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση Βικιλεξικό
- Ὅμως, τὸ πρόβλημα τοῦ συγχρονισμοῦ εἰκόνας καὶ ἤχου παρέμενε ἄλυτο. Οἱ ἔλληνες παραγωγοί καὶ σκηνοθέτες ἀναγκάσθηκαν νὰ στραφοῦν στὸ «γύρισμα» σὲ ξένα στούντιο (Χάρης Πάτσης, Ιωάννης Μ. Χατζιφώτης, Ιστορία του Ελληνισμού και του Ελλνικού Πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: Αναγεννηση: Νεώτερος Ελληνισμός, εκδ. Χάρη Πάτση, 1968)
- εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών Βικιλεξικό
- Η Paramount Pictures είναι το τελευταίο στούντιο του Χόλιγουντ που διακόπτει την κυκλοφορία επερχόμενων ταινιών στη Ρωσία μετά την εισβολή της χώρας στην Ουκρανία. (Όλα τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ μποϊκοτάρουν τη Ρωσία, iefimerida.gr, 02/03/2022 https://www.iefimerida.gr/kosmos/ola-megala-stoyntio-holigoynt-mpoikotaroyn-rosia)
- κινηματογράφηση, φωτογράφηση ή ηχογράφηση Βικιλεξικό
- Τις μέρες που δεν είχα στούντιο, δεν είχα καθισιό, έβγαινα και περπατούσα το βραδάκι στην Αθήνα, που ήταν μισοάδεια ντάλα καλοκαίρι (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 165)
- ατελιέ Βικιλεξικό
- Ένοχος, στάθηκε μέσα στο στούντιο του ζωγράφου, ένα βήμα από τον έξω κόσμο, το δρόμο, κατευθείαν στον κόσμο του, απρόσκλητος (Ντορίνα Παπαλιού, Το απαραίτητο φως, εκδόσεις Ίκαρος, 2012)
- μικρό διαμέρισμα με ένα δωμάτιο, κουζίνα και τουαλέτα Βικιλεξικό
- Ο Μιχάλης βρήκε ένα σπίτι-ευκαιρία στο Μπέϊσγουότερ ! Ένα στούντιο για τον εαυτό του κι ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα με σαλόνι, φωτεινή κουζίνα και μεγάλο υπνοδωμάτιο στο ίδιο κτήριο. (Ζωή Μπελούκα, Οι γυναίκες του Αυγούστου, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Ετυμολογία
στούντιο < (άμεσο δάνειο) αγγλική studio < ιταλική studio < λατινική studium < studeo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teud-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →