στράλι
•
- ναυτικός όροςπρότονος Βικιλεξικό
- Τρέχουν οἱ ναῦτες ἀπάνω-κάτω. Ἄλλοι στὰ μπράτσα, ἄλλοι στὶς κόστες, ἄλλοι στὰ στράλια. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Βιοπαλαιστής, Λόγια της πλώρης, σελ. 79, 1924)
Ετυμολογία
στράλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική stralli, πληθυντικός αριθμός του strallo / straglio
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στράλι | στράλια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | στράλι | στράλια |
| Κλητική | στράλι | στράλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →