στρέψη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρέφω Βικιλεξικό
- φυσικήη ροπή που ασκείται σ’ ένα σώμα και τείνει να το περιστρέψει γύρω από τον άξονά του καθώς και (κατ’ επέκταση) η ενδεχόμενη παραμόρφωση ή καταπόνηση που εμφανίζεται στο σώμα εξαιτίας δύο αντίθετων δυνάμεων που ασκούνται σ’ αυτό παράλληλα Βικιλεξικό
- Οι δοκιμασίες κοπώσεως σε έναν άξονα ενός στρόβιλου, είτε το ρευστό είναι αέρα (αεριοστρόβιλος) ή το ρευστό είναι υγρό (υδροστρόβιλος), πρέπει να λάβουν υπόψιν τον κίνδυνο στρέψης σε μεγάλες ταχύτητες και να ρυθμίσουν δικλείδες ασφαλείας πέδησης.
Ετυμολογία
στρέψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρέψις > *στρέπ--σις + -ση< στρέφω :* για τον όρο της φυσικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική torsion )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρέψη | στρέψεις |
| Γενική | στρέψης | στρέψεων |
| Αιτιατική | στρέψη | στρέψεις |
| Κλητική | στρέψη | στρέψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →