Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρέψη

/ˈstɾe.psi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρέφω Βικιλεξικό
  2. φυσικήη ροπή που ασκείται σ’ ένα σώμα και τείνει να το περιστρέψει γύρω από τον άξονά του καθώς και (κατ’ επέκταση) η ενδεχόμενη παραμόρφωση ή καταπόνηση που εμφανίζεται στο σώμα εξαιτίας δύο αντίθετων δυνάμεων που ασκούνται σ’ αυτό παράλληλα Βικιλεξικό
    • Οι δοκιμασίες κοπώσεως σε έναν άξονα ενός στρόβιλου, είτε το ρευστό είναι αέρα (αεριοστρόβιλος) ή το ρευστό είναι υγρό (υδροστρόβιλος), πρέπει να λάβουν υπόψιν τον κίνδυνο στρέψης σε μεγάλες ταχύτητες και να ρυθμίσουν δικλείδες ασφαλείας πέδησης.

Ετυμολογία

στρέψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρέψις > *στρέπ--σις + -ση< στρέφω :* για τον όρο της φυσικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική torsion )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρέψηστρέψεις
Γενικήστρέψηςστρέψεων
Αιτιατικήστρέψηστρέψεις
Κλητικήστρέψηστρέψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →