στρίγγλα
•
- μυθολογίαστοιχειό της λαϊκής παράδοσης Βικιλεξικό
- πολύ ιδιότροπη γυναίκα Βικιλεξικό
- η στρίγγλα που έγινε αρνάκι
Ετυμολογία
στρίγγλα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
στρίγγλα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →