Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβοδίβολος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρεβλός, διεστραμμένος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάιδιόρρυθμος, δύστροπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραβοδίβολος < στραβο- + δίβολος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραβοδίβολοςστραβοδίβοληστραβοδίβολο
Γενικήστραβοδίβολουστραβοδίβοληςστραβοδίβολου
Αιτιατικήστραβοδίβολοστραβοδίβοληστραβοδίβολο
Κλητικήστραβοδίβολεστραβοδίβοληστραβοδίβολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραβοδίβολοιστραβοδίβολεςστραβοδίβολα
Γενικήστραβοδίβολωνστραβοδίβολωνστραβοδίβολων
Αιτιατικήστραβοδίβολουςστραβοδίβολεςστραβοδίβολα
Κλητικήστραβοδίβολοιστραβοδίβολεςστραβοδίβολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →