στραβοκέφαλος
•
- οικείοπου τον χαρακτηρίζει ισχυρογνωμοσύνη, πεισματοσύνη και αδιαλλαξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβοκέφαλος < στραβ(ός) + -ο- + -κέφαλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβοκέφαλος | στραβοκέφαλη | στραβοκέφαλο |
| Γενική | στραβοκέφαλου | στραβοκέφαλης | στραβοκέφαλου |
| Αιτιατική | στραβοκέφαλο | στραβοκέφαλη | στραβοκέφαλο |
| Κλητική | στραβοκέφαλε | στραβοκέφαλη | στραβοκέφαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβοκέφαλοι | στραβοκέφαλες | στραβοκέφαλα |
| Γενική | στραβοκέφαλων | στραβοκέφαλων | στραβοκέφαλων |
| Αιτιατική | στραβοκέφαλους | στραβοκέφαλες | στραβοκέφαλα |
| Κλητική | στραβοκέφαλοι | στραβοκέφαλες | στραβοκέφαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →