στραβολέκα
•
- ραβδί ποιμένων, γκλίτσα Βικιλεξικό
- 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κεφάλαιο ΙΣΤ, (1903)
- 19ος/20ος αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρίγλα μάννα, (1902)
Ετυμολογία
στραβολέκα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβολέκα | στραβολέκες |
| Γενική | στραβολέκας | — |
| Αιτιατική | στραβολέκα | στραβολέκες |
| Κλητική | στραβολέκα | στραβολέκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →