στραβολαγκάδα
•
- ιδιωματικόη κυρτή ή πλάγια λαγκάδα Βικιλεξικό
- ονομασία μιας των στοών του σμυριδορυχείου της Κορώνου της Νάξου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβολαγκάδα < στραβο- + λαγκάδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβολαγκάδα | στραβολαγκάδες |
| Γενική | στραβολαγκάδας | στραβολαγκάδων |
| Αιτιατική | στραβολαγκάδα | στραβολαγκάδες |
| Κλητική | στραβολαγκάδα | στραβολαγκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →