Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβολαγκάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόη κυρτή ή πλάγια λαγκάδα Βικιλεξικό
  2. ονομασία μιας των στοών του σμυριδορυχείου της Κορώνου της Νάξου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραβολαγκάδα < στραβο- + λαγκάδα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστραβολαγκάδαστραβολαγκάδες
Γενικήστραβολαγκάδαςστραβολαγκάδων
Αιτιατικήστραβολαγκάδαστραβολαγκάδες
Κλητικήστραβολαγκάδαστραβολαγκάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →