στραβοξυλιά
•
- σπάνιοτο να είναι κάποιος στραβόξυλο, δύστροπος και ισχυρογνώμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβοξυλιά < στραβόξυλο + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβοξυλιά | στραβοξυλιές |
| Γενική | στραβοξυλιάς | στραβοξυλιών |
| Αιτιατική | στραβοξυλιά | στραβοξυλιές |
| Κλητική | στραβοξυλιά | στραβοξυλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →