στραβοπίνελο
•
- εργαλείο βαψίματος: πινέλο που έχει λυγισμένη λαβή ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση σε επιφάνειες που βρίσκονται μέσα σε εσοχές (π.χ. σε τμήματα του καλοριφέρ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβοπίνελο < στραβο- + πινέλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβοπίνελο | στραβοπίνελα |
| Γενική | στραβοπίνελου | στραβοπίνελων |
| Αιτιατική | στραβοπίνελο | στραβοπίνελα |
| Κλητική | στραβοπίνελο | στραβοπίνελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →