Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβοτιμονιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο εξ απειρίας ή αμελείας κακός χειρισμός του τιμονιού ή του πηδαλίου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάλανθασμένος χειρισμός υπόθεσης ή κατάστασης Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάηθικό παράπτωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραβοτιμονιά < στραβ(ός) + -ο- + τιμονιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστραβοτιμονιάστραβοτιμονιές
Γενικήστραβοτιμονιάςστραβοτιμονιών
Αιτιατικήστραβοτιμονιάστραβοτιμονιές
Κλητικήστραβοτιμονιάστραβοτιμονιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →