στραβοτιμονιά
•
- ο εξ απειρίας ή αμελείας κακός χειρισμός του τιμονιού ή του πηδαλίου Βικιλεξικό
- μεταφορικάλανθασμένος χειρισμός υπόθεσης ή κατάστασης Βικιλεξικό
- μεταφορικάηθικό παράπτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβοτιμονιά < στραβ(ός) + -ο- + τιμονιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραβοτιμονιά | στραβοτιμονιές |
| Γενική | στραβοτιμονιάς | στραβοτιμονιών |
| Αιτιατική | στραβοτιμονιά | στραβοτιμονιές |
| Κλητική | στραβοτιμονιά | στραβοτιμονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →