Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβούλιακας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόεκείνος που δεν βλέπει καλά, που φοράει γυαλιά και π.χ. εμπλέκεται σε ένα ατύχημα ή πέφτει πάνω σε κάποιον άλλον Βικιλεξικό
    • Δεν έβλεπες την τύφλα σου στραβούλιακα

Ετυμολογία

στραβούλιακας < στραβ(ός) + -ούλιακας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστραβούλιακαςστραβούλιακες
Γενικήστραβούλιακαστραβούλιακων
Αιτιατικήστραβούλιακαστραβούλιακες
Κλητικήστραβούλιακαστραβούλιακες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →