στραβώνω
•
- μεταβατικόκάνω στραβό κάτι που είναι ίσιο Βικιλεξικό
- στράβωσε λίγο το σύρμα στην άκρη για να μη βρίσκει αντίσταση όταν το σπρώχνεις
- μεταβατικότυφλώνω, συνήθως μεταφορικά Βικιλεξικό
- Ο ήλιος καίει και στραβώνει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
- αμετάβατογίνομαι στραβός, παύω να είμαι ίσιος Βικιλεξικό
- εκτός από όλα τα άλλα στράβωσε και ο άξονας και πρέπει να πάει στην καλίμπρα
- αμετάβατοπαίρνω λανθασμένη ή κακή τροπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραβώνω < στραβός + -ώνω < αρχαία ελληνική στρεβλόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στραβώνω | στραβώνεις | στραβώνει | στραβώνουμε | στραβώνετε | στραβώνουν / στραβώνουνε |
| Παρατατικός | στράβωνα | στράβωνες | στράβωνε | στραβώναμε | στραβώνατε | στράβωναν / στραβώναν / στραβώνανε |
| Αόριστος | στράβωσα | στράβωσες | στράβωσε | στραβώσαμε | στραβώσατε | στράβωσαν / στραβώσαν / στραβώσανε |
| Μέλλοντας | θα στραβώνω / θα στραβώσω | θα στραβώνεις / θα στραβώσεις | θα στραβώνει / θα στραβώσει | θα στραβώνουμε / θα στραβώσουμε | θα στραβώνετε / θα στραβώσετε | θα στραβώνουν / θα στραβώνουνε / θα στραβώσουν / θα στραβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στραβώσει | έχεις στραβώσει | έχει στραβώσει | έχουμε στραβώσει | έχετε στραβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στραβώσει | είχες στραβώσει | είχε στραβώσει | είχαμε στραβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στραβώσει / να στραβώνω / να στραβώσω | να έχεις στραβώσει / να στραβώνεις / να στραβώσεις | να έχει στραβώσει / να στραβώνει / να στραβώσει | να έχουμε στραβώσει / να στραβώνουμε / να στραβώσουμε | να έχετε στραβώσει / να στραβώνετε / να στραβώσετε | να στραβώνουν / να στραβώνουνε / να στραβώσουν / να στραβώσουνε |
| Προστακτική | — | στράβωνε / στράβωσε | — | — | στραβώνετε / στραβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →