στραγγάλη
•
- παρωχημένοόργανο ή συσκευή στραγγαλισμού Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςόργανο ή συσκευή που σφίγγει τα σχοινιά και τα ακινητοποιεί Βικιλεξικό
- λόγιοτο σκοινί που χρησιμοποιείται στον απαγχονισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραγγάλη < ελληνιστική κοινή στραγγάλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραγγάλη | στραγγάλες |
| Γενική | στραγγάλης | στραγγαλών |
| Αιτιατική | στραγγάλη | στραγγάλες |
| Κλητική | στραγγάλη | στραγγάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →