στραγγιστήρι
•
- κουζινικάειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα των νερών και το σούρωμα Βικιλεξικό
- κουζινικάειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για ν’ ακουμπήσουμε τα πλυμένα πιάτα, για να στραγγίσουν και να στεγνώσουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραγγιστήρι < στραγγίζω + -τήρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στραγγιστήρι | στραγγιστήρια |
| Γενική | στραγγιστηριού | στραγγιστηριών |
| Αιτιατική | στραγγιστήρι | στραγγιστήρια |
| Κλητική | στραγγιστήρι | στραγγιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →