Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραγγιστήρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κουζινικάειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για το στράγγισμα των νερών και το σούρωμα Βικιλεξικό
  2. κουζινικάειδικό σκεύος που χρησιμοποιείται για ν’ ακουμπήσουμε τα πλυμένα πιάτα, για να στραγγίσουν και να στεγνώσουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραγγιστήρι < στραγγίζω + -τήρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστραγγιστήριστραγγιστήρια
Γενικήστραγγιστηριούστραγγιστηριών
Αιτιατικήστραγγιστήριστραγγιστήρια
Κλητικήστραγγιστήριστραγγιστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →