στρακαστρούκα
•
- είδος πολύ μικρής κροτίδας που εκρήγνυται με την τριβή, συνήθως με το τρίψιμο του παπουτσιού στο έδαφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρακαστρούκα < τρακατρούκα < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρακαστρούκα | στρακαστρούκες |
| Γενική | στρακαστρούκας | — |
| Αιτιατική | στρακαστρούκα | στρακαστρούκες |
| Κλητική | στρακαστρούκα | στρακαστρούκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →