Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραπάτσο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεγάλη ζημιά ή καταστροφή Βικιλεξικό
    • Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ιστορία ενός νεαρού gamer, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

στραπάτσο < (άμεσο δάνειο) ιταλική strapazzo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστραπάτσοστραπάτσα
Γενικήστραπάτσουστραπάτσων
Αιτιατικήστραπάτσοστραπάτσα
Κλητικήστραπάτσοστραπάτσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →