Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραπατσαρισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει στραπατσαριστεί κυριολεκτικά από μία βίαιη άσκηση πίεσης Βικιλεξικό
    • Το στραπατσαρισμένο ΙΧ μεταφέρθηκε στη μάντρα
  2. μεταφορικάπου έχει καμφθεί το ηθικό του από μεγάλες αναποδιές, που έχει κακοπάθει, ταλαιπωρηθεί Βικιλεξικό
    • Μάζεψε τον στραπατσαρισμένο εγωισμό του και έφυγε
    • ...ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. (Αγγ. Τερζάκη "Απρίλης")

Ετυμολογία

στραπατσαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στραπατσάρω

Άλλοι τύποι

στραπατσαρισμέναστραπατσαρισμένεστραπατσαρισμένεςστραπατσαρισμένηστραπατσαρισμένηςστραπατσαρισμένοστραπατσαρισμένοιστραπατσαρισμένοςστραπατσαρισμένουστραπατσαρισμένουςστραπατσαρισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →