στραπατσαρισμένος
•
- που έχει στραπατσαριστεί κυριολεκτικά από μία βίαιη άσκηση πίεσης Βικιλεξικό
- Το στραπατσαρισμένο ΙΧ μεταφέρθηκε στη μάντρα
- μεταφορικάπου έχει καμφθεί το ηθικό του από μεγάλες αναποδιές, που έχει κακοπάθει, ταλαιπωρηθεί Βικιλεξικό
- Μάζεψε τον στραπατσαρισμένο εγωισμό του και έφυγε
- ...ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. (Αγγ. Τερζάκη "Απρίλης")
Ετυμολογία
στραπατσαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στραπατσάρω
Άλλοι τύποι
στραπατσαρισμέναστραπατσαρισμένεστραπατσαρισμένεςστραπατσαρισμένηστραπατσαρισμένηςστραπατσαρισμένοστραπατσαρισμένοιστραπατσαρισμένοςστραπατσαρισμένουστραπατσαρισμένουςστραπατσαρισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →