στρας
•
- κομμάτι από γυαλί εμποτισμένο με μόλυβδο, που χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία για απομίμηση πολύτιμων λίθων Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκόσμημα που αποτελείται κυρίως από τέτοιο υλικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός για κάτι φανταχτερό, συνήθως και ευτελές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρας < (λόγιο δάνειο) γαλλική strass < από το όνομα του Αυστριακού κοσμηματοποιού Strass
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →