στραταρίζω
•
- για νήπιαπερπατώ για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- κάνω μικρά βήματα, βαδίζω σιγά-σιγά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στραταρίζω < στράτα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στραταρίζω | στραταρίζεις | στραταρίζει | στραταρίζουμε | στραταρίζετε | στραταρίζουν / στραταρίζουνε |
| Παρατατικός | στρατάριζα | στρατάριζες | στρατάριζε | στραταρίζαμε | στραταρίζατε | στρατάριζαν / στραταρίζαν / στραταρίζανε |
| Αόριστος | στρατάρισα | στρατάρισες | στρατάρισε | στραταρίσαμε | στραταρίσατε | στρατάρισαν / στραταρίσαν / στραταρίσανε |
| Μέλλοντας | θα στραταρίζω / θα στραταρίσω | θα στραταρίζεις / θα στραταρίσεις | θα στραταρίζει / θα στραταρίσει | θα στραταρίζουμε / θα στραταρίσουμε | θα στραταρίζετε / θα στραταρίσετε | θα στραταρίζουν / θα στραταρίζουνε / θα στραταρίσουν / θα στραταρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στραταρίσει | έχεις στραταρίσει | έχει στραταρίσει | έχουμε στραταρίσει | έχετε στραταρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στραταρίσει | είχες στραταρίσει | είχε στραταρίσει | είχαμε στραταρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στραταρίσει / να στραταρίζω / να στραταρίσω | να έχεις στραταρίσει / να στραταρίζεις / να στραταρίσεις | να έχει στραταρίσει / να στραταρίζει / να στραταρίσει | να έχουμε στραταρίσει / να στραταρίζουμε / να στραταρίσουμε | να έχετε στραταρίσει / να στραταρίζετε / να στραταρίσετε | να στραταρίζουν / να στραταρίζουνε / να στραταρίσουν / να στραταρίσουνε |
| Προστακτική | — | στρατάριζε / στρατάρισε | — | — | στραταρίζετε / στραταρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →