στρατηγία
•
- το αξίωμα, η εξουσία στρατηγού (όπως και στην αρχαία Αθήνα) Βικιλεξικό
- το χρονικό διάστημα της στρατηγίας κάποιου στρατηγού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατηγία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατηγία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατηγία | στρατηγίες |
| Γενική | στρατηγίας | στρατηγιών |
| Αιτιατική | στρατηγία | στρατηγίες |
| Κλητική | στρατηγία | στρατηγίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →