στρατιωτικοποίηση
•
- στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρατιωτικοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατιωτικοποίηση < στρατιωτικοποιώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική militarisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατιωτικοποίηση | στρατιωτικοποιήσεις |
| Γενική | στρατιωτικοποίησης | στρατιωτικοποιήσεων |
| Αιτιατική | στρατιωτικοποίηση | στρατιωτικοποιήσεις |
| Κλητική | στρατιωτικοποίηση | στρατιωτικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →