στρατοκρατικός
•
- αυτός που επιθυμεί την στρατοκρατία ως πολιτικό σύστημα Βικιλεξικό
- οτιδήποτε αφορά ή σχετίζεται με στρατοκρατία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατοκρατικός < στρατοκρατία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατοκρατικός | στρατοκρατική | στρατοκρατικό |
| Γενική | στρατοκρατικού | στρατοκρατικής | στρατοκρατικού |
| Αιτιατική | στρατοκρατικό | στρατοκρατική | στρατοκρατικό |
| Κλητική | στρατοκρατικέ | στρατοκρατική | στρατοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατοκρατικοί | στρατοκρατικές | στρατοκρατικά |
| Γενική | στρατοκρατικών | στρατοκρατικών | στρατοκρατικών |
| Αιτιατική | στρατοκρατικούς | στρατοκρατικές | στρατοκρατικά |
| Κλητική | στρατοκρατικοί | στρατοκρατικές | στρατοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →