στρατολογία
•
- Στρατιωτική υπηρεσία αρμόδια για την κατάταξη των πολιτών στο στράτευμα και για τον έλεγχο της εκπλήρωσης των στρατιωτικών υποχρεώσεών τους. Βικιλεξικό
- Η κλήση και η κατάταξη των πολιτών στις ένοπλες δυνάμεις. Βικιλεξικό
- Η προσέλκυση οπαδών σε ένα κόμμα ή μια ιδεολογία. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατολογία < στρατός + λέγω (=κατατάσσω) + κατάλ. -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρατολογία | στρατολογίες |
| Γενική | στρατολογίας | στρατολογιών |
| Αιτιατική | στρατολογία | στρατολογίες |
| Κλητική | στρατολογία | στρατολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →