στρατολογημένος
•
- που υπηρετεί στο στρατό Βικιλεξικό
- που υπηρετεί με ιδιαίτερη συνέπεια και μονομέρεια, φανατισμό κάποια ιδεολογία από νέος (ενώ για εκείνον που υπηρετεί κάτι πολιτιστικό, συνήθως χρησιμοποιείται η μετοχή στρατευμένος) Βικιλεξικό
- που έχει τεθεί στην υπηρεσία μιας οργάνωσης με στρατιωτική δομή (μυστική υπηρεσία, καρτέλ ναρκωτικών κ.λπ.) για να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στρατολογώ
Άλλοι τύποι
στρατολογημέναστρατολογημένεστρατολογημένεςστρατολογημένηστρατολογημένηςστρατολογημένοστρατολογημένοιστρατολογημένοςστρατολογημένουστρατολογημένουςστρατολογημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →