Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρατολογημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που υπηρετεί στο στρατό Βικιλεξικό
  2. που υπηρετεί με ιδιαίτερη συνέπεια και μονομέρεια, φανατισμό κάποια ιδεολογία από νέος (ενώ για εκείνον που υπηρετεί κάτι πολιτιστικό, συνήθως χρησιμοποιείται η μετοχή στρατευμένος) Βικιλεξικό
  3. που έχει τεθεί στην υπηρεσία μιας οργάνωσης με στρατιωτική δομή (μυστική υπηρεσία, καρτέλ ναρκωτικών κ.λπ.) για να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρατολογημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου στρατολογώ

Άλλοι τύποι

στρατολογημέναστρατολογημένεστρατολογημένεςστρατολογημένηστρατολογημένηςστρατολογημένοστρατολογημένοιστρατολογημένοςστρατολογημένουστρατολογημένουςστρατολογημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →