στρατωνίζω
•
- Παρέχω κατάλυμα σε στρατιώτες. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρατωνίζω < στρατών.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρατωνίζω | στρατωνίζεις | στρατωνίζει | στρατωνίζουμε | στρατωνίζετε | στρατωνίζουν / στρατωνίζουνε |
| Παρατατικός | στρατώνιζα | στρατώνιζες | στρατώνιζε | στρατωνίζαμε | στρατωνίζατε | στρατωνίζαν / στρατωνίζανε / στρατώνιζαν |
| Αόριστος | στρατώνισα | στρατώνισες | στρατώνισε | στρατωνίσαμε | στρατωνίσατε | στρατωνίσαν / στρατωνίσανε / στρατώνισαν |
| Μέλλοντας | θα στρατωνίζω / θα στρατωνίσω | θα στρατωνίζεις / θα στρατωνίσεις | θα στρατωνίζει / θα στρατωνίσει | θα στρατωνίζουμε / θα στρατωνίσουμε | θα στρατωνίζετε / θα στρατωνίσετε | θα στρατωνίζουν / θα στρατωνίζουνε / θα στρατωνίσουν / θα στρατωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στρατωνίσει | έχεις στρατωνίσει | έχει στρατωνίσει | έχουμε στρατωνίσει | έχετε στρατωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρατωνίσει | είχες στρατωνίσει | είχε στρατωνίσει | είχαμε στρατωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρατωνίσει / να στρατωνίζω / να στρατωνίσω | να έχεις στρατωνίσει / να στρατωνίζεις / να στρατωνίσεις | να έχει στρατωνίσει / να στρατωνίζει / να στρατωνίσει | να έχουμε στρατωνίσει / να στρατωνίζουμε / να στρατωνίσουμε | να έχετε στρατωνίσει / να στρατωνίζετε / να στρατωνίσετε | να στρατωνίζουν / να στρατωνίζουνε / να στρατωνίσουν / να στρατωνίσουνε |
| Προστακτική | — | στρατώνιζε / στρατώνισε | — | — | στρατωνίζετε / στρατωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →