Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρεβλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι στραβός, όχι ίσιος Βικιλεξικό
  2. γεωμετρίαπου έχει σημεία τα οποία δεν ανήκουν στο ίδιο επίπεδο Βικιλεξικό
    • Στρεβλό πολύγωνο είναι κάθε πολύγωνο στο οποίο μία τουλάχιστον κορυφή ανήκει σε άλλο επίπεδο από αυτό που σχηματίζουν οι υπόλοιπες υπόλοιπες.
    • Η πορεία κάθε πλοίου σχηματίζει, στην ευκλείδειο γεωμετρία, στρεβλή καμπύλη.
  3. μεταφορικάπου δεν είναι σωστός, που είναι εσφαλμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρεβλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρεβλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρεβλόςστρεβλήστρεβλό
Γενικήστρεβλούστρεβλήςστρεβλού
Αιτιατικήστρεβλόστρεβλήστρεβλό
Κλητικήστρεβλέστρεβλήστρεβλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρεβλοίστρεβλέςστρεβλά
Γενικήστρεβλώνστρεβλώνστρεβλών
Αιτιατικήστρεβλούςστρεβλέςστρεβλά
Κλητικήστρεβλοίστρεβλέςστρεβλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →