Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρεπτοκοκκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με στρεπτόκοκκο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρεπτοκοκκικός < στρεπτόκοκκος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρεπτοκοκκικόςστρεπτοκοκκικήστρεπτοκοκκικό
Γενικήστρεπτοκοκκικούστρεπτοκοκκικήςστρεπτοκοκκικού
Αιτιατικήστρεπτοκοκκικόστρεπτοκοκκικήστρεπτοκοκκικό
Κλητικήστρεπτοκοκκικέστρεπτοκοκκικήστρεπτοκοκκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρεπτοκοκκικοίστρεπτοκοκκικέςστρεπτοκοκκικά
Γενικήστρεπτοκοκκικώνστρεπτοκοκκικώνστρεπτοκοκκικών
Αιτιατικήστρεπτοκοκκικούςστρεπτοκοκκικέςστρεπτοκοκκικά
Κλητικήστρεπτοκοκκικοίστρεπτοκοκκικέςστρεπτοκοκκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →