στρεσογόνος
•
- που προκαλεί άγχος, στρες Βικιλεξικό
- Εκτιθέμεθα σε όλο και περισσότερες χρόνιες στρεσογόνες καταστάσεις και τα νοσήματα που σχετίζονται με το στρες αυξάνονται (από εκπαιδευτικό υλικό της καθ. του Τμήματος Νοσηλευτικής του TEI Θεσσαλίας Ευαγγελίας Κοτρώτσιου στην «Εισαγωγή στη Νοσηλευτική Επιστήμη. 4. Στρες και στρατηγικές αντιμετώπισης – νοσηλευτική φροντίδα», διαφ. #7· πρόσβαση: 2019-09-30).
Ετυμολογία
στρεσογόνος <στρες + ο + επίθημα -γόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρεσογόνος | στρεσογόνα / στρεσογόνος | στρεσογόνο |
| Γενική | στρεσογόνου | στρεσογόνας / στρεσογόνου | στρεσογόνου |
| Αιτιατική | στρεσογόνο | στρεσογόνα / στρεσογόνο | στρεσογόνο |
| Κλητική | στρεσογόνε | στρεσογόνα / στρεσογόνε | στρεσογόνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρεσογόνοι | στρεσογόνες / στρεσογόνοι | στρεσογόνα |
| Γενική | στρεσογόνων | στρεσογόνων | στρεσογόνων |
| Αιτιατική | στρεσογόνους | στρεσογόνες / στρεσογόνους | στρεσογόνα |
| Κλητική | στρεσογόνοι | στρεσογόνες / στρεσογόνοι | στρεσογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →