στρεψαυχενία
•
- ιατρικήακούσια στροφή του αυχένα και (κατ’ επέκταση) της κεφαλής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρεψαυχενία < στρέφω + αυχένας + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρεψαυχενία | στρεψαυχενίες |
| Γενική | στρεψαυχενίας | στρεψαυχενιών |
| Αιτιατική | στρεψαυχενία | στρεψαυχενίες |
| Κλητική | στρεψαυχενία | στρεψαυχενίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →