στριγκλιάζω
•
- γίνομαι στρίγκλος, είμαι δύστροπος και φέρομαι με κακία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στριγκλιάζω < στριγκλιά + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στριγκλιάζω | στριγκλιάζεις | στριγκλιάζει | στριγκλιάζουμε | στριγκλιάζετε | στριγκλιάζουν / στριγκλιάζουνε |
| Παρατατικός | στρίγκλιαζα | στρίγκλιαζες | στρίγκλιαζε | στριγκλιάζαμε | στριγκλιάζατε | στρίγκλιαζαν / στριγκλιάζαν / στριγκλιάζανε |
| Αόριστος | στρίγκλιασα | στρίγκλιασες | στρίγκλιασε | στριγκλιάσαμε | στριγκλιάσατε | στρίγκλιασαν / στριγκλιάσαν / στριγκλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα στριγκλιάζω / θα στριγκλιάσω | θα στριγκλιάζεις / θα στριγκλιάσεις | θα στριγκλιάζει / θα στριγκλιάσει | θα στριγκλιάζουμε / θα στριγκλιάσουμε | θα στριγκλιάζετε / θα στριγκλιάσετε | θα στριγκλιάζουν / θα στριγκλιάζουνε / θα στριγκλιάσουν / θα στριγκλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στριγκλιάσει | έχεις στριγκλιάσει | έχει στριγκλιάσει | έχουμε στριγκλιάσει | έχετε στριγκλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στριγκλιάσει | είχες στριγκλιάσει | είχε στριγκλιάσει | είχαμε στριγκλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στριγκλιάσει / να στριγκλιάζω / να στριγκλιάσω | να έχεις στριγκλιάσει / να στριγκλιάζεις / να στριγκλιάσεις | να έχει στριγκλιάσει / να στριγκλιάζει / να στριγκλιάσει | να έχουμε στριγκλιάσει / να στριγκλιάζουμε / να στριγκλιάσουμε | να έχετε στριγκλιάσει / να στριγκλιάζετε / να στριγκλιάσετε | να στριγκλιάζουν / να στριγκλιάζουνε / να στριγκλιάσουν / να στριγκλιάσουνε |
| Προστακτική | — | στρίγκλιαζε / στρίγκλιασε | — | — | στριγκλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στριγκλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →