στριμώχνω
•
- βάζω κάτι πάρα πολύ κοντά σε άλλο, συνήθως σε περιορισμένο χώρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάφέρνω κάποιον σε αδιέξοδο ή σε πολύ δύσκολη θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στριμώχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στρυμώνω, -ώχνω < στρύμοξ + -ώνω. Για την κατάληξη παραβάλετε σπρώχνω και φτιάχνω.
Άλλοι τύποι
στριμωγμένοςστριμώχνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →