στροβίλισμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στροβιλίζω Βικιλεξικό
- Το «Καπρίς» ιδίως κάθε Σάββατον βράδυ ... πλημμυρίζει από τυρβάστριας και τυρβαστάς του στροβιλίσματος, του κεφιού, της κοζερί και της ελαφράς ζάλης από το ουίσκι, αραιωμένον από το απεσταγμένον ή το κουαντρό, αμιγές ή με «τριπλ σεκ», ζητούμενον αλλά μη υπάρχον πλέον, ή το πίπερμαν, με πυκνήν δόσιν «μενλόλ», ξεδιαλυμένην από του σιφόν την γευστικήν ξυνάδαν (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022)
Ετυμολογία
στροβίλισμα < στροβιλίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στροβίλισμα | στροβιλίσματα |
| Γενική | στροβιλίσματος | στροβιλισμάτων |
| Αιτιατική | στροβίλισμα | στροβιλίσματα |
| Κλητική | στροβίλισμα | στροβιλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →