στροβιλίζομαι
•
- περιστρέφομαι, μετακινούμαι προς όλες τις κατευθύνσεις Βικιλεξικό
- χορεύω γυρίζοντας διαρκώς, στριφογυρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροβιλίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος στροβιλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στροβιλίζομαι | στροβιλίζεσαι | στροβιλίζεται | στροβιλιζόμαστε | στροβιλίζεστε | στροβιλίζονται |
| Παρατατικός | στροβιλιζόμουν / στροβιλιζόμουνα | στροβιλιζόσουν / στροβιλιζόσουνα | στροβιλιζόταν / στροβιλιζότανε | στροβιλιζόμασταν / στροβιλιζόμαστε | στροβιλιζόσασταν / στροβιλιζόσαστε | στροβιλίζονταν / στροβιλιζόντουσαν |
| Αόριστος | στροβιλίστηκα | στροβιλίστηκες | στροβιλίστηκε | στροβιλιστήκαμε | στροβιλιστήκατε | στροβιλίστηκαν / στροβιλιστήκαν / στροβιλιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα στροβιλίζομαι / θα στροβιλιστώ | θα στροβιλίζεσαι / θα στροβιλιστείς | θα στροβιλίζεται / θα στροβιλιστεί | θα στροβιλιζόμαστε / θα στροβιλιστούμε | θα στροβιλίζεστε / θα στροβιλιστείτε | θα στροβιλίζονται / θα στροβιλιστούν / θα στροβιλιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω στροβιλιστεί | έχεις στροβιλιστεί | έχει στροβιλιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στροβιλιστεί | είχες στροβιλιστεί | είχε στροβιλιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στροβιλιστεί / να στροβιλίζομαι / να στροβιλιστώ | να έχεις στροβιλιστεί / να στροβιλίζεσαι / να στροβιλιστείς | να έχει στροβιλιστεί / να στροβιλίζεται / να στροβιλιστεί | να στροβιλιζόμαστε / να στροβιλιστούμε | να στροβιλίζεστε / να στροβιλιστείτε | να στροβιλίζονται / να στροβιλιστούν / να στροβιλιστούνε |
| Προστακτική | — | στροβιλίζου / στροβιλίσου | — | — | στροβιλίζεστε / στροβιλιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →