στροβιλιστικός
•
- που έχει σχέση με στροβιλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροβιλιστικός < στροβιλίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στροβιλιστικός | στροβιλιστική | στροβιλιστικό |
| Γενική | στροβιλιστικού | στροβιλιστικής | στροβιλιστικού |
| Αιτιατική | στροβιλιστικό | στροβιλιστική | στροβιλιστικό |
| Κλητική | στροβιλιστικέ | στροβιλιστική | στροβιλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στροβιλιστικοί | στροβιλιστικές | στροβιλιστικά |
| Γενική | στροβιλιστικών | στροβιλιστικών | στροβιλιστικών |
| Αιτιατική | στροβιλιστικούς | στροβιλιστικές | στροβιλιστικά |
| Κλητική | στροβιλιστικοί | στροβιλιστικές | στροβιλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →