Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στροβιλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με στροβιλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στροβιλιστικός < στροβιλίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστροβιλιστικόςστροβιλιστικήστροβιλιστικό
Γενικήστροβιλιστικούστροβιλιστικήςστροβιλιστικού
Αιτιατικήστροβιλιστικόστροβιλιστικήστροβιλιστικό
Κλητικήστροβιλιστικέστροβιλιστικήστροβιλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστροβιλιστικοίστροβιλιστικέςστροβιλιστικά
Γενικήστροβιλιστικώνστροβιλιστικώνστροβιλιστικών
Αιτιατικήστροβιλιστικούςστροβιλιστικέςστροβιλιστικά
Κλητικήστροβιλιστικοίστροβιλιστικέςστροβιλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →