στροβιλοαντιδραστήρας
•
- τεχνολογίαμηχάνημα που συμβάλλει στην ώθηση, στην ώση με την εκβολή θερμών καυσαερίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροβιλοαντιδραστήρας < στρόβιλος + -ο- + αντιδραστήρας ((μεταφραστικό δάνειο) :Πρότυπο:ετυμ en turbojet)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στροβιλοαντιδραστήρας | στροβιλοαντιδραστήρες |
| Γενική | στροβιλοαντιδραστήρα | στροβιλοαντιδραστήρων |
| Αιτιατική | στροβιλοαντιδραστήρα | στροβιλοαντιδραστήρες |
| Κλητική | στροβιλοαντιδραστήρα | στροβιλοαντιδραστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →