στρογγυλεύω
•
- δίνω σε κάτι σχήμα στρογγυλό Βικιλεξικό
- γίνομαι στρογγυλός Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: στρογγυλεύομαι
- μεταφορικάγίνομαι πιο παχύς, παχαίνω, αφρατεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάμετατρέπω ένα ποσό ή αριθμό σε ακέραιο, προσθέτοντας ή αφαιρώντας ό,τι χρειάζεται Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: στρογγυλοποιώ
- μεταφορικάχρησιμοποιώ λιγότερο αιχμηρές εκφράσεις ή διατυπώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρογγυλεύω < ελληνιστική κοινή στρογγυλεύω < αρχαία ελληνική στρογγύλος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρογγυλεύω | στρογγυλεύεις | στρογγυλεύει | στρογγυλεύουμε | στρογγυλεύετε | στρογγυλεύουν / στρογγυλεύουνε |
| Παρατατικός | στρογγύλευα | στρογγύλευες | στρογγύλευε | στρογγυλεύαμε | στρογγυλεύατε | στρογγυλεύαν / στρογγυλεύανε / στρογγύλευαν |
| Αόριστος | στρογγύλεψα | στρογγύλεψες | στρογγύλεψε | στρογγυλέψαμε | στρογγυλέψατε | στρογγυλέψαν / στρογγυλέψανε / στρογγύλεψαν |
| Μέλλοντας | θα στρογγυλέψω / θα στρογγυλεύω | θα στρογγυλέψεις / θα στρογγυλεύεις | θα στρογγυλέψει / θα στρογγυλεύει | θα στρογγυλέψουμε / θα στρογγυλεύουμε | θα στρογγυλέψετε / θα στρογγυλεύετε | θα στρογγυλέψουν / θα στρογγυλέψουνε / θα στρογγυλεύουν / θα στρογγυλεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω στρογγυλέψει | έχεις στρογγυλέψει | έχει στρογγυλέψει | έχουμε στρογγυλέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρογγυλέψει | είχες στρογγυλέψει | είχε στρογγυλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρογγυλέψει / να στρογγυλέψω / να στρογγυλεύω | να έχεις στρογγυλέψει / να στρογγυλέψεις / να στρογγυλεύεις | να έχει στρογγυλέψει / να στρογγυλέψει / να στρογγυλεύει | να έχουμε στρογγυλέψει / να στρογγυλέψουμε / να στρογγυλεύουμε | να στρογγυλέψετε / να στρογγυλεύετε | να στρογγυλέψουν / να στρογγυλέψουνε / να στρογγυλεύουν / να στρογγυλεύουνε |
| Προστακτική | — | στρογγύλευε / στρογγύλεψε | — | — | στρογγυλέψτε / στρογγυλεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στρογγυλεύτηκαστρογγυλεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →