Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρογγύλωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίαη άρθρωση ενός ήχου με τα χείλη στρογγυλεμένα Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαεξέλιξη στην προφορά μιας γλώσσας κατά την οποία ένα μη στρογγυλό φωνήεν τρέπεται σε στρογγυλό, π.χ. /e/ σε /o/, ή ένα λιγότερο στρογγυλό σε περισσότερο στρογγυλό, π.χ. /o/ σε /u/, επηρεασμένο από τα παρακείμενα σύμφωνα Βικιλεξικό
    • η στρογγύλωση στη Νεοελληνική παρατηρείται από τον μεσαίωνα σε λέξεις όπως "κουφός", που προέρχεται από το αρχαίο "κωφός"

Ετυμολογία

στρογγύλωση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrondissement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρογγύλωσηστρογγυλώσεις
Γενικήστρογγύλωσηςστρογγυλώσεων
Αιτιατικήστρογγύλωσηστρογγυλώσεις
Κλητικήστρογγύλωσηστρογγυλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →