στρογγύλωση
•
- γλωσσολογίαη άρθρωση ενός ήχου με τα χείλη στρογγυλεμένα Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαεξέλιξη στην προφορά μιας γλώσσας κατά την οποία ένα μη στρογγυλό φωνήεν τρέπεται σε στρογγυλό, π.χ. /e/ σε /o/, ή ένα λιγότερο στρογγυλό σε περισσότερο στρογγυλό, π.χ. /o/ σε /u/, επηρεασμένο από τα παρακείμενα σύμφωνα Βικιλεξικό
- η στρογγύλωση στη Νεοελληνική παρατηρείται από τον μεσαίωνα σε λέξεις όπως "κουφός", που προέρχεται από το αρχαίο "κωφός"
Ετυμολογία
στρογγύλωση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrondissement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρογγύλωση | στρογγυλώσεις |
| Γενική | στρογγύλωσης | στρογγυλώσεων |
| Αιτιατική | στρογγύλωση | στρογγυλώσεις |
| Κλητική | στρογγύλωση | στρογγυλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →