στρουκτουραλισμός
•
- γλωσσολογίαπροσέγγιση και μελέτη της γλώσσας στη συγχρονία της, ως κλειστού συστήματος σημείων ή στοιχείων (π.χ. φωνήματα) που αλληλεπιδρούν Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηθεωρητική προσέγγιση που εξετάζει τα πολιτισμικά φαινόμενα ως συστήματα με υποκείμενες δομές, οι οποίες διαμορφώνουν τις σχέσεις και τις έννοιες των πολιτισμών, και, μέσω αυτής, οι ανθρωπολόγοι, όπως ο Claude Lévi-Strauss, επιδιώκουν να αποκαλύψουν κοινά γνωστικά πρότυπα που ενώνουν την πολιτισμική ποικιλομορφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρουκτουραλισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική structuralisme < λατινική structura < struo + -tura < πρωτοϊταλική *strowō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *strew- < *sterh₃- (διασπείρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρουκτουραλισμός | στρουκτουραλισμοί |
| Γενική | στρουκτουραλισμού | στρουκτουραλισμών |
| Αιτιατική | στρουκτουραλισμό | στρουκτουραλισμούς |
| Κλητική | στρουκτουραλισμέ | στρουκτουραλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →