στρουκτουραλιστικός
•
- που έχει σχέση με τον στρουκτουραλιστή ή στρουκτουραλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρουκτουραλιστικός < στρουκτουραλιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρουκτουραλιστικός | στρουκτουραλιστική | στρουκτουραλιστικό |
| Γενική | στρουκτουραλιστικού | στρουκτουραλιστικής | στρουκτουραλιστικού |
| Αιτιατική | στρουκτουραλιστικό | στρουκτουραλιστική | στρουκτουραλιστικό |
| Κλητική | στρουκτουραλιστικέ | στρουκτουραλιστική | στρουκτουραλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στρουκτουραλιστικοί | στρουκτουραλιστικές | στρουκτουραλιστικά |
| Γενική | στρουκτουραλιστικών | στρουκτουραλιστικών | στρουκτουραλιστικών |
| Αιτιατική | στρουκτουραλιστικούς | στρουκτουραλιστικές | στρουκτουραλιστικά |
| Κλητική | στρουκτουραλιστικοί | στρουκτουραλιστικές | στρουκτουραλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →