Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρουκτουραλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον στρουκτουραλιστή ή στρουκτουραλισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρουκτουραλιστικός < στρουκτουραλιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρουκτουραλιστικόςστρουκτουραλιστικήστρουκτουραλιστικό
Γενικήστρουκτουραλιστικούστρουκτουραλιστικήςστρουκτουραλιστικού
Αιτιατικήστρουκτουραλιστικόστρουκτουραλιστικήστρουκτουραλιστικό
Κλητικήστρουκτουραλιστικέστρουκτουραλιστικήστρουκτουραλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρουκτουραλιστικοίστρουκτουραλιστικέςστρουκτουραλιστικά
Γενικήστρουκτουραλιστικώνστρουκτουραλιστικώνστρουκτουραλιστικών
Αιτιατικήστρουκτουραλιστικούςστρουκτουραλιστικέςστρουκτουραλιστικά
Κλητικήστρουκτουραλιστικοίστρουκτουραλιστικέςστρουκτουραλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →