Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρουμπουλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παχουλός Βικιλεξικό
    • Βρήκε την κουζίνα και έφτιαξε μια μεγάλη τσαγιέρα μαύρο τσάι. Και η τσαγιέρα δώρο της Μπετίνας ήταν, μια λαδί κεραμική στρουμπουλή τσαγιέρα με χεράκι από μπαμπού. Ο Χάρης δεν τη χρησιμοποιούσε ποτέ, επειδή έπινε τσάι μόνο όταν ήταν άρρωστος. «Σε πειράζει να πάρω την τσαγιέρα στην κρεβατοκάμαρα;...» (Χίλντα Παπαδημητρίου, Η συχνότητα του θανάτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

στρουμπουλός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρουμπουλόςστρουμπουλήστρουμπουλό
Γενικήστρουμπουλούστρουμπουλήςστρουμπουλού
Αιτιατικήστρουμπουλόστρουμπουλήστρουμπουλό
Κλητικήστρουμπουλέστρουμπουλήστρουμπουλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστρουμπουλοίστρουμπουλέςστρουμπουλά
Γενικήστρουμπουλώνστρουμπουλώνστρουμπουλών
Αιτιατικήστρουμπουλούςστρουμπουλέςστρουμπουλά
Κλητικήστρουμπουλοίστρουμπουλέςστρουμπουλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →