στροφικός
•
- φυσικήπου έχει σχέση με την περιστροφή ή τη στροφή ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόπου έχει στροφές ή αποτελείται απʼ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στροφικός < ελληνιστική κοινή στροφικός (1. σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική torsional ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rotational)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στροφικός | στροφική | στροφικό |
| Γενική | στροφικού | στροφικής | στροφικού |
| Αιτιατική | στροφικό | στροφική | στροφικό |
| Κλητική | στροφικέ | στροφική | στροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στροφικοί | στροφικές | στροφικά |
| Γενική | στροφικών | στροφικών | στροφικών |
| Αιτιατική | στροφικούς | στροφικές | στροφικά |
| Κλητική | στροφικοί | στροφικές | στροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →