Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στροφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήπου έχει σχέση με την περιστροφή ή τη στροφή ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
  2. λογοτεχνικόπου έχει στροφές ή αποτελείται απʼ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στροφικός < ελληνιστική κοινή στροφικός (1. σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική torsional ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rotational)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστροφικόςστροφικήστροφικό
Γενικήστροφικούστροφικήςστροφικού
Αιτιατικήστροφικόστροφικήστροφικό
Κλητικήστροφικέστροφικήστροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστροφικοίστροφικέςστροφικά
Γενικήστροφικώνστροφικώνστροφικών
Αιτιατικήστροφικούςστροφικέςστροφικά
Κλητικήστροφικοίστροφικέςστροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →